πεπραγματευμένα

πεπραγματευμένα
πεπρᾱγματευμένα , πραγματεύομαι
busy oneself
perf part mp neut nom/voc/acc pl
πεπρᾱγματευμένᾱ , πραγματεύομαι
busy oneself
perf part mp fem nom/voc/acc dual
πεπρᾱγματευμένᾱ , πραγματεύομαι
busy oneself
perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • πραγματεύομαι — ΝΜΑ, και ιων. τ. πρηγ ματεύομαι, Α [πράγμα, ατος] 1. ασχολούμαι με κάτι 2. διαπραγματεύομαι (α. «νουθετώντας να τά πραγματευθούν με φρονιμάδα» Αραθ. Μυθ. β. «εἶπε πρὸς αὐτούς πραγματεύσασθαι ἐν ᾦ ἔρχομαι», ΚΔ) νεοελλ. εξετάζω ένα θέμα προσεχτικά …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”